'κείνης

ἐκείνης , ἐκεῖνος
the person there
fem gen sg (attic epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • κείνης — ἐκεῖνος the person there fem gen sg (attic epic ionic) κεῖνος the person there fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κείνῃς — ἐκεῖνος the person there fem dat pl (epic) κεῖνος the person there fem dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • AMBARUM seu AMBAR — Graecis similiter Α῎μβαρ teste Aetiô, Gall. Ambre. Ital. Ambracane, odoramenti genus: Revulsoque sarcophagi operculo mirisice Virtutis ambare suaviter redolentis viri faciem demonstrans, in Actis S. Sebastiani Martyr. apud Carolum Macrum in… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • DACI — pop. erant Transrhenani, Danubio fluv. et Anartibus, silvaeque Hercyniae finitimi, quos olim Hungariae partem habitasse plerique tradunt, et post in maritima loca Norvegiae proxime cessisse. Lucan. l. 2. v. 53. Hinc Dacus, premat inde Getes. Stat …   Hofmann J. Lexicon universale

  • INSCRIPTI — in illo poêtae Mart. l. 8. Eprgr. 75. cuius Epigraphe de Gallo lingono v. 9. Quattuor inscripti portabant vile cadaver. Servi sunt ςιγματίαι, notis s. literis inusti, quod e fuga retractis fieri solebat, more antiquissimo cuius iam Phocylides… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • UPIS — apud Lacedaemonios Diana dicta est. Palaephatus, c. 32. Καλοῦσι τὴν Α῎ρτεμιν Θρᾶκες Βένδειαν, Κρῆτες, δὲ Δίκτυναν, Λακεδαιμόνιοι δὲ Οὖπιν. Callimachus tamen eam sic a Cretensibus appellari tradit in his: Οὖπι ἄναςς᾿ εὐῶπι, φαεσφόρε, καὶ δέ σε… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • εννεσία — ἐννεσία, η (Α) επικ. τ. αντί ενεσία* προτροπή, υπόδειξη, συμβουλή, εισήγηση («κείνης ἐννεσίῃσι» με τις προτροπές εκείνης, Ομ. Ιλ.) …   Dictionary of Greek

  • θύμα — το (ΑΜ θῡμα) [θύω] ζώο θυσιάζομενο ή πράγμα προσφερόμενο ως θυσία, σφάγιο, προσφορά νεοελλ. μσν. 1. καθένας που προσφέρει τον εαυτό του ως ολοκαύτωμα, ως θυσία για κάποιο σκοπό («θύμα τής ευσυνειδησίας και τού καθήκοντος») 2. αυτός που έχει… …   Dictionary of Greek

  • λωβητός — λωβητός, ή, όν (Α) [λωβώμαι] 1. αυτός που κακοποιήθηκε, που ατιμάστηκε («κείνης ὁρῶν λωβητὸν εἶδος», Σοφ.) 2. υβριστικός, προσβλητικός, ονειδιστικός («αἰσχρὰ καὶ λωβήτ ἔπη», Σοφ.) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.